Θα έρθει φέτος η άνοιξη Mr Bowie;

Θα έρθει φέτος  η άνοιξη Mr Bowie;

Θα έρθει το καλοκαίρι;

Μου λες

«Έλα να σου κάνω ένα σάντουιτς με μαγιονέζα.

o χρόνος θα τεντωθεί».

Και μου χαρίζεις τις τιράντες σου.

Και άγριος ο άνεμος είναι

και ήρωες και στάχτες.

Όλο κάτι τέτοια μου λες και πέφτω στο ταβάνι μου.

«Να είσαι ψύχραιμος.

Όπως την αγαπάς,

χόρεψε ψυχοραγώντας .

Στο σεληνόφως.

Στο Παρίσι και στην Πάτμο»

Σε είδα στ’όνειρό μου τον Απρίλη.

Δε σου κρύβω ότι με σακάτεψες.

Μια ζωή με σακατεύεις.

«Μην αγοράζεις τη μουσική μου από τα εμποράκια.

Έλα θα σου δώσω τους δίσκους μου»

Έτσι μού πες.

Τα σα εκ των σων.

Θα έρθει φέτος  η άνοιξη Mr Bowie;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

ΕΥΜΟΡΦΙΑ*

 

Ανάμεσα από τα κυρτά κλαδάκια του αμπελιού

η αυγή αποκαθίσταται.

Σε μια περιοχή του κόσμου που αγωνιά

για την απόχρωση.

Σούζι.

Ο τρόπος μίας ανάσας είναι δυσεπίλυτο πρόβλημα

κάτω από καταρακτώδη βροχή.

Κάτι σαν πρόχειρο διαγώνισμα στην απλή σκέψη.

.

.

Και η προσαρμογή είναι πολλές αγκαλιές μακριά.

 

 

 

*Ευχαριστώ τη Siouxsie και τους Banshees που έφτιαξαν μια χώρα

που κατοικώ τόσα χρόνια.

Δε ντάγκερ*

Έχω ένα μικρό μαχαίρι

μέσα στο χέρι μου.

Κοφτερό.

Καλά ακονισμένο.

Ίσαμε την καρδιά μου.

Το παίζω περίτεχνα στα δάχτυλα

με τσαμπουκά

στη σκοτεινή γωνία.

Και περιμένω να φανεί η Άνοιξη

στριφτά θα της την κάτσω.

Να την λαβώσω που με τρέλανε

τόσα χρόνια πια με τη μυρωδιά της.

Και αντί σκληρός να είμαι σα χαλκός

χαζεύω σαν ηλίθιος

τα άνθη τα παιδιά της.

Και κάτι ποιητές και συγγραφείς.

Και κάτι φιλοσόφους.

Αν τύχει και περάσουνε

οίκτο δε θα τους δείξω.

Όλο στο νου μου τριγυρνούν

με κάτι φράσεις ύπουλες

σε έξι διαστάσεις.

Ορκίζομαι θα είμαι σκληρός.

Στο πένθος θα τους ρίξω.

Συνέχεια με τριβελίζουνε

από τα εφηβικά μου.

Και νάσου φτάνουνε

σιγά σιγά πέρα απ’το δρόμο.

Σα κουστωδία θλιβερή

όλοι τους με σβησμένο λύχνο.

Και ‘γώ νυμφίος βίαιος

με θάνατο στο χέρι.

Σφίγγω τα χέρια μου

μα σφίγγω και την ψυχή μου.

Μα δε μπορώ να γίνω ο φονιάς.

Την άκρη τ’ασημιού

με κόκκινο να βάψω.

Τρέμω και παραλύω.

Κ’έτσι το μικρό μαχαίρι μου

απάνω μου το στρέφω.

Και εκεί που σαλιαρίζουνε

η ανημποριά με την δειλία

μου πιάνεις τα χέρια μου απαλά

και με φιλάς στα μάτια.

Μου πέφτει το μαχαίρι μου.

Μου πέφτει και το κάστρο.

Μ’ ένα χαμόγελο μου λες

«πλέξε μου την κοτσίδα μου

στ’αφράτα μου μαλλιά μου.

Δεν είσαι ‘σύ για τέτοια μάτια μου.

Δεν είναι απ’τη μαγιά σου».

 

 

*ενεπνεύσθην εκ του ομωνύμου άσματος  των SLOWDIVE.

Φράκταλ

604x320_5118-Untitled-1

Περπατάς ξυπόλητη

με αργό βηματισμό

μέσα μου,

περπατώ ξυπόλητος

με αργό βηματισμό

μέσα σου.

Ενώ περπατάς ξυπόλητη

με αργό βηματισμό

μέσα μου,

περπατώ ξυπόλητος

με αργό βηματισμό

μέσα σου.

Επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Φράκταλ.

Κάποια στιγμή παγώνει η εικόνα.

Μου μιλάς ήσυχα στο δεξί αυτί.

»Κάθησα στον ίσκιο από το κρυφό σου κυπαρίσσι»

Ναι αλήθεια είναι.

Μακεδονίας 53.

Απέναντι, ανάμεσα στις πολυκατοικίες.

Πως γίνεται να ξέρεις;

Πως;

.

.

.

Μα σ’αγαπώ σαν παιδική ηλικία.

Ξεπαγώνει η εικόνα…

ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ

W.H.AUDEN

Μιλώ στον άνεμο.

Ψυθιριστά.

Πάνω στον λόφο.

Και μόνος  τις λέξεις μου ακούω.

Δεν είναι δικές μου.

Προέρχονται από μια γλώσσα που δεν έχει μιληθεί.

Βαρύνουσα στο ζύγι.

Πλασμένη με γαλάζιο μάρμαρο .

Δουλεμένα φωνήεντα απ’ την ηχώ μιας πόλης.

Ποτισμένη με κανόνες απ΄την γραμματική τ΄Απρίλη.

Μιλώ στον άνεμο.

Ψιθυριστά.

Πάνω στον λόφο.

Και μόνο εσύ τις φράσεις μου ακούς.

Είναι παρμένες από βιβλία δανεικά κι’αγύριστα.

Από ένα βλέμμα σαν βιβλιοθήκη.

Μού ‘ρχονται στο μυαλό από σκάλες κυλιόμενες

και μ’αλεξίπτωτα που δεν έχουν ανοίξει.

Μιλώ στον άνεμο.

Ψιθυριστά.

Πάνω στον λόφο.

Και δεν ακούω τη φωνή μου.

Γιατί μ’αρέσει να τρυπιέμαι,

με την βελόνα του πικάπ.

Τζάνκι σ’αυλάκια δίσκων,

κρατώντας ακτινογραφίες λουλουδιών

που τις ελέγχεις  με κόντρα φως απ’το φεγγάρι.

 

 

 

 

Ροπή

Στάθηκα απαλά στον τοίχο

μιας πολυκατοικίας.

Στα δεξιά έγειρε το κορμί.

Κόλησε στην κολώνα σαν απαρέμφατο.

Και κουνήθηκε.

Όλο το κτίριο κουνήθηκε.

Κατάπληκτος αναρωτήθηκα.

Μα πως;

Με την καρδιά ,μου είπα.

Άρχισα να παίζω τέτρις με τα κτίρια.

Να τα μετακινώ.

Χιαστή.Παράλληλα.

Κολούσα το ένα κτίριο με τ’άλλο.

Όχι χαοτικά.

Με απαλές κινήσεις.

Να περάσει ο ήλιος.

Νά ‘χει άπλα και αέρα.

Μπας και περάσεις.

Έτσι .

Για ένα τρεμούλιασμα στα ματοτσίνορα απ’το φως.

Για ένα «ντ»στο τέλος

κάποιας λέξης,όπως μού ‘χες πει.

Με τον ίδιο τρόπο θα είμαι

συστάδα από κολώνες ηλεκτροφωτισμού στην παραλία.

Σβηστές για τους άλλους.

Μα όταν με καμάρι παρελάσεις

από μπρός μου,

μία μία θα τις ανάβω

ντόμινο φωτός.

Θα παίζω τα κλειδιά μου στα δάχτυλα

ακολουθώντας σε ύποπτα.

Και η κλαγγή τους θά’ναι

αφρικάνικη μαρίμπα.

Γιατί έτσι ξεχνιέσαι

Και όταν ξεχνιέσαι εσύ

γίνεται ο περίπατος

πέταλο και στήμονας,

και αναμένο καντήλι

σ’άγνωστο άγιο.

μουσείο δακρύων

Τα δικά σου δάκρυα,

το δικό μου πόσιμο νερό.

Το έσω νερό.

Αμόλυντη υγρασία.

Θα τα κρατήσω.

Χλωμή αγαπημένη ,πήλινη.

Θα τα κρατήσω.

Σα διάταγμα.

Θα τα φυλάξω σε μικρούς

γυάλινους κύβους.

Απλωμένα στο φως για σαράντα ημέρες,

θα τα βλέπω να κρυσταλλώνονται σε λευκό άλας, ορυκτό ρουμπίνι.

Φεγγαρόπετρα.

Με διάθλαση και ήχο στους τοίχους

της πλινθόκτιστης μοναξιάς.

Μετά θα τα εκθέσω στο μουσείο δακρύων.

Στην πτέρυγα με το γράμμα ταφ.

Κάπως έτσι θα ζήσω με βλέμμα

σε χαμηλότερη οκτάβα.

Και καθώς θα βγαίνω στη λεωφόρο

έτσι τυχαία θ’ακούσω,

μονόλογο κύμα περαστικού

«Ερημιά.Τι ερημιά.

Κι’άδικη απόσταση»

γραμμή τριάντα

1090310_a_LIFO_Cohen_1

Θεέ , ω θεέ μου

πολύς θόρυβος γύρω απ’ τ’όνομά σου.

Μα σε βρίσκω

στο πίσω μέρος ενός ντουλαπιού στην κουζίνα μου

σα σκουριασμένη βίδα

πιτσικαρισμένη από καιρό.

Σε βρίσκω στην εκτόξευση της γόπας

βίαια απ’τ’ακροδάχτυλα

να σκάει σε σπίθες στο πεζοδρόμιο.

Τρομάζει μια καλόγρια.

Καμιά φορά σε νιώθω

στην στρίφνα της φωνής

του captain Beefheart

στο »zig zag wanderer» ή

στο αγανακτισμένο φτύσιμο των εργατών

έξι παρά είκοσι

χωρίς ενσημα.

Αν θέλεις,

κράτα μου τη σκολίωση

γιατί από ‘κει μου φεύγει

η περισσή μαγκιά

που μού δωσες.

 

 

 

Τ’άτι…

andreadakis-thumb-large

Είναι η πέτρα.Μέσα.

Αλείαντη και στέρφα.

Ασήκωτη, η μαύρη πέτρα.

Κάθομαι πάνω της μα και αυτή το ίδιο.

Στο στομάχι,στο στήθος και στο έντερο.

Κάθομαι πάνω της.

Με μια θεώρηση  στα μάτια.

Πέτρα βγαλμένη από το λατομείο της γέννησης.

Μία για τον καθένα.

Καμιά φορά πως ξεγελιέμαι.

Με τσίπουρο ή με κρασί, τη βγάζω απ’τη σκέψη.

Νομίζω έτσι φθείρεται,

χαλίκι πως θα γίνει.

Μα είναι εκεί αγέραστη σα σούρουπο

που το κοιτάς μέσα από ένα μπλε ποτήρι.

Υπήρξε όμως,θυμάμαι,μια φορά.

Τη σήκωσα με τό ‘να χέρι.

Όταν στο κήπο σου μ’έβαλες.

Έτσι για λίγο έγινε ασήμαντη η ασήκωτη.

Κάθησες πάνω της κ’ έπλεκες

στέμμα από λευκά φτερά,

στην υφαντή σου γλώσσα.

Και όλα γύρω ανθίζανε σελίδες

και στα βεστιάρια της μέρας η άνοιξη γιλέκα.

Έτσι και χρώμα εσύ της άλλαξες

και όγκο

μα και βάρος.

 

 

 

ΥΟΡΚΗ

Στο μαρμάρινο σώμα σου

πέφτει πολύχρωμη βροχή.

Έτσι γίνεσαι καμβάς του Πόλοκ

και σε εκθέτω

στην πιο διάσημη γκαλερί του Μανχάταν.

Μα δε σε πουλώ.

Δεν σε σκοτώνω.

Ο έρωτας και η πέτρα δε θανατώνονται.

κείμενον περιηγήσεως

                             ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΟΥ ΣΙΔΝΕΪ

7 Ιανουαρίου 2018.Κυριακή μεσημέρι στο κέντρο του Σίδνεϊ δεν έχει πολλή κίνηση.Οι αυστραλοί έχουν πάει διακοπές μαζικώς, ωστόσο υπάρχουν  σήμερα λίγα ανοιχτά μαγαζιά τριγύρω.Η ζέστη είναι δυνατή.Η σημερινή ημέρα είναι η πιο ζεστή ημέρα από το 1939.48C°σε κάποιες περιοχές δυτικά.Λαχνός!Αλλά δεν είναι αποπνικτική γιατί φύσηξε από τον Ειρηνικό και δεν έχει υγρασία.

Τριγυρνάω στους δρόμους γύρω από το δημαρχείο στοχεύοντας σε ένα υπόγειο της York street.Ένα δισκάδικο στο κέντρο της πόλης είναι ότι πρέπει σήμερα.RED EYE RECORDS  λοιπόν στον αριθμό 143 δίπλα στο φημισμένο βιβλιοπωλείο ABBEY’S BOOK SHOP

Κατεβαίνω αργά τις σκάλες και διακρίνω λίγους μουσικόφιλους να ψαχουλεύουν δεξιά αριστερά.Καλημερίζω τις δύο κοπέλες που μοιάζουν σαν φυσική συνέχεια του χώρου που δουλεύουν.Τατουάζ ,1,2,18 σκουλαρήκια,ανέμελες και αποροφημένες μετρούν και ταξινομούν τα μουσικά φορμάτ πίσω από τον πάγκο.Μπαίνω κατευθείαν στο ψητό.

Αρχίζω να φυλομετρώ τα βινύλια από Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία που με πληροφορεί το ράφι.Η έλξη είναι τρομακτική!Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Θεσσαλονίκη και το αγαπημένο δισκάδικο τον ΛΩΤΟ και νιώθω τον ίδιο  μαγνητισμό.Καθώς ψάχνω συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω την τύφλα μου από την καινούρια Αυστραλέζικη ανεξάρτητη σκηνή.

Εμ παππού έμεινες στα 80’s και στα 90’s.Και καλά έκανα.

Βάζω μπρος το ένστικτό μου.Θα αγοράσω σύμφωνα με την αισθητική του εξώφυλου ,τον τίτλο του άλμπουμ και των τραγουδιώνε.

Επικύνδινο?Ναι.Ίσως…

Στον αέρα του μαγαζιού ακούγεται κάτι αιθέριο και νωχελικό που μοιάζει με τη σημερινή μέρα.Όμορφα οκνηρό και ερωτικό.Σέρνεται μία υπέροχη γυναικεία φωνή στις άκρες του χώρου και ταλανίζεται πίσω στην ακουστικά αχόρταγη τρύπα μου στο κέντρο του σύμπαντός μου.

Ψιθυρίζω μέσα μου …μοιάζει με MAZZY STAR.Δεν είναι.Πλησιάζω στον πάγκο και ρωτάω τη μία κοπέλα σε αγγλικά Παοκτσή  στην Αριστοτέλους που πουλάει σαλέπι, τι είναι αυτό που ερωτεύομαι.Καταλαβαίνει φυσικά ότι είμαι Έλλην αβορίγινας και μου χαμογελά.»Είναι μία ολοκαίνουρια μπάντα από το Σίδνεϊ.Πολύ καλό»

Κοντοστέκομαι.

»Λέγονται NOIRE.Είναι η ταλευταία κόπια»μου λέει,και το τοποθετεί πάνω στον πάγκο με χαρακτηριστική ικανότητα ψαρά που ρίχνει το δόλωμα.Τσιμπάω.Είναι όμως σε CD.»Υπάρχει σε βινύλιο?»»let me check» μου λέει.Πάει στον υπολογιστή και εγώ προσεύχομαι στους χίλιους ευκάλυπτους του New South Wales να μου πει ναι.Μου λέει όχι.ΟΚ θα το πάρω.

Γυρίζω πίσω στον πάγκο απ’όπου ξεκίνησα να δραπετεύω.Διαβάζω τα εξώφυλα.Σταματώ σε ένα εξώφυλο που μου μιλά.Ένα ζευγάρι να κατεβαίνει μια πλαγιά σε θολό τοπίο.Ασπρόμαυρη προς σέπια.Κάτι ανάμεσα.»Illegals in heaven» από τους BLANK REALM. Αυτό είναι.Το νιώθω.Το αρπάζω και πάω ξανά στον ίδιο πάγκο-καταστροφή με ύφος που ξέρει πολύ καλά τι κρατάει στα χέρια του.

»Oh this is a great album» μου λέει ξανά η ίδια κοπέλα-ψαράς-αλάνι.

»Οου ά ντονόουδεμ»της λέω αφοπλιστικά.Χαμογελά.Πληρώνω το αντίτιμο.»Μπορώ να πάρω μερικές φωτογραφίες?»…»Yeah sure».

Ανεβαίνω αργά τις σκάλες του υπόγειου παράδεισου προς την έξοδο.Όταν ανοίγουν οι πόρτες,μου έρχεται μία ριπή καυτού αέρα στο πρόσωπο.Αυστραλέζικος καύσωνας.Κλείνω τα μάτια μου,παίρνω μία βαθιά ανάσα χαμογελαστός και περπατώ στους δρόμους των χιλίων φυλών μα τoυ δικού μου Σίδνεϊ.

 20180107_170024