Ραφ

Από πάντα ήταν πιλότος.

Γεννημένος πιλότος.

Η καρδιά του έκανε έναν βόμβο ελικοφόρου αεροπλάνου ,

που όταν τον ακούς αργά το απόγευμα κάποιο καλοκαίρι

τεμαχίζεσαι σε φολίδες φωτός.

Από πάντα ήταν πιλότος.

Με διακριτά σήματα στα φτερά.

Πηδάλιο και έλικες του σκάφους φτιαγμένα από ανάμνηση.

Πολύχρωμο κόκπιτ με περίεργα όργανα μέτρησης,

στρογγυλά με βελόνες που διαγράφουν ημικύκλιο.

Κάποιο απ’αυτά προσδιορίζει το όραμα μέσα στο όραμα, άλλο το χρώμα μιας λέξης σ’ένα χαμόγελο.

Αφού απογειωθεί ,πετά παράλληλα με εκείνα τα αποδημητικά πουλιά

που ξέρουν να χρυσίζουν τον ήλιο στην πλάτη τους.

Στο ρύγχος του αντί για βόμβες έχει δάκρυα.

Σ’ αυτήν την αποστολή θα τα ρίψει στο σώμα της,

με τον ρυθμό ενός κουρδισμένου μετρονόμου στα τρία τέταρτα.

Εκρήγνυνται πάνω της κατά ριπάς.

Στους λόφους της και στα ανοίγματά της.

Πίσω από τους λοβούς των αυτιών και στη γλώσσα της.

Κανείς δεν πεθαίνει.

Μόνο ο πόθος ανασταίνεται.

Όταν επιστρέφει στην βάση του

αφήνει τα βιβλία του ελεύθερα

στην ταράτσα του πύργου ελέγχου.

Πάντα θα είναι πιλότος.

Με το δικό του καλούπι για τον κόσμο.

Και θα πετάει παράλληλα

με εκείνα τα αποδημητικά πουλιά

που διασχίζουν το σώμα της

βορά-νότο

κάθε εποχή.

στον Roald Dahl.

Advertisements

Είμαι η διασκευή σου

Στα κενά ανάμεσα,

από μουσική σε μουσική,

στους δίσκους βινυλίου

δυναμώνω την ένταση

ν’ακουστούν καθαρά

τα όμορφα παράσιτα.

Εκεί κάπου,

στο αρμονικό του μαγνητικού πεδίου βάθος

σ’ακούω.

Μα δεν σε χορταίνω.

Κρατά λίγο.

Γι’αυτό απευθύνομαι στο «4:33».

Πραγματώνω το άτρεπτο.

στον John Cage

Denise Levertov

Ο κότσιφας των κοτσιφιών

Ένα γκριζωπό πουλί

στο μέγεθος ίσως δύο στρουμπουλών σπουργιτιών,

πεσμένο σε κάποιο λιβάδι,

πρόκειται να ισοπεδωθεί,σε ένα στεγνό

χάος από πούπουλα-

και κανείς δεν ξέρει

ότι ήταν πρίγκηπας στην γενιά του,

βιρτουόζος των βιρτουόζων,

άρχοντας των χιλίων τραγουδιών,

ευγενής,περίτεχνα επινοητικός,ιδεαλιστής,

αντίζηλος των αηδονιών.

ένα ποίημα της Denise Levertov από τη συλλογή «Breathing the water».

Είναι η πρώτη μου απόπειρα μετάφρασης ενός ποιήματος,και νομίζω η πρώτη μετάφραση αυτού του συγκλονιστικού ποιήματος της σημαντικότατης Αμερικανίδας ποιήτριας Denise Levertov.Το εγχείρημα ήταν σοβαρό.Θα μπορέσω να μεταφέρω το νόημα και τις ελαστικότητες μιας γλώσσας μέσα σε ένα ποίημα από τα Αγγλικά στα Ελληνικά;Μπορεί το ύφος και η γλωσσική δομή να μπορέσει να καλυφτεί σε μια μετάφραση;Κύρια προυπόθεση νομίζω είναι να μπορέσει κάποιος να αποδώσει την αίσθηση ενός ποιήματος στο επίπεδο που ανήκει.Το ψυχανέμισμα που κρύβεται στις λέξεις.

Ευπρόσδεκτα σχόλια και παρατηρήσεις.

Θα ακολουθήσουν και άλλα…

Πίνα

Κοίτα βόρεια.

Δόνηση και περιστροφή.

Σώματα που ψηλαφείς με το δάκρυ,

με νερό καμωμένα.

Ένα σώμα ,πολλά σώματα.

Συρμός.

Τρέμει ο καρπός και ο αγκώνας

σκιές στα βαθουλώματα της πλάτης

και τ’ακροδάχτυλα μπλεγμένα.

Κοίτα βόρεια.

Κατεβάζει τις τροχιές των άστρων τινάζοντας τα χέρια.

Πως το κάνει;

Γη του Βούπερταλ

που κυλάς στο ξύλινο πάτωμα.

Ιερή κύφωση και κήλη

συμπαγής σάρκα

κάθε κίνηση λέξη

κάθε λέξη κείμενο.

Οι αρμοί σφίγγουν ξεσφίγγουν

ορμή και διάλυση

κύρτωση και σύρσιμο

των σωμάτων υμών των επιούσιων

των πνευμάτων υμών των αυτεξούσιων.

Κοίτα βόρεια.

Σώμα που πεινά

Πινασμένο σώμα.

για την Pina Bausch

σκοτεινός Ηράκλειτος

Την προηγούμενη εβδομάδα

πίναμε ουίσκι με τον Ντέιβιντ

στο γνωστό μπαρ.

Είχε καιρό που είχε αυτοκτονήσει και χάθηκε.

Καθόμασταν αμίλητοι ο ένας δίπλα στον άλλο

και κοιτούσαμε το ίδιο μωβ λιβάδι ίσια μπροστά

από το οποίο καταγόμαστε.

Κάποια στιγμή με κοίταξε λέγοντας

<<τα όνειρα είναι το αλφαβητάρι των νεκρών>>.

Το βλέμμα του ήταν δύο πετροχελίδονα.

Καθώς φεύγαμε

έβλεπα τον άνθρωπο

να περπατά αντάντε

στην σπείρα ενός κοχυλιού στο πεζοδρόμιο

με το βάρος της Αμερικής στην πλάτη του.

Μονολογούσε ενώ χανόταν στην νύχτα

<<εφόσον>> <<άρα>>

<<εφόσον>> <<άρα>>.

Υπάρχουν τρεις David.

Αυτό είναι για τον David Foster Wallace.

Υ.Γ.το πρώτο κεφάλαιο από τον χλομό βασιλιά θα το αντιγράψω σε ένα άνθος ιβίσκου και θα σου το δώσω.

Αποσπάσματα (στα)

Έι Ρολάν

Περπατώ ξυπόλητος πάνω στις λέξεις σου από νέον

μονοασύλλαβες με έναν φόνο

ονειροξύ

μουλύπη(ς)

και βαδίζω στην δίκη μου άνευ συνηγόρου.

Στον έρωτα ισόβια κάθειρξη εκτίεται στο Ένα σώμα.

Ειρκτή.

Όλα τα άλλα σώματα που συναντάς είναι απλά σωφρονιστικά καταστήματα.

Μη σωφρονισμού.

Παρατατικοί και αόριστοι του μέλλοντος.

Tί βάρος.

Τί βάρος αυτό το χνάρι στον αέρα.

Πενθέρωτας.

Μονοσήμαντη σημαντική και άκλιτη.

 

στον Roland Barthes

΄΄και έτσι πρέπει να μπορέσεις να σηκώσεις
από κάτω την πέτρα
και να την κρατήσεις
με μια παράφορη ελπίδα
μέχρι που ν’αρχίζει ν’ανθίζει
ακριβώς όπως η μουσική
ανυψώνει την λέξη
και την κατακλύζει με ήχους΄΄
Ingeborg Bachmann

κλίκ

Βλέπω έναν άντρα

νευρικό έξω στο πεζοδρόμιο να καπνίζει.

Στηρίζεται με το ένα του χέρι στην κολώνα φωτισμού

και οι φίλοι του έντ(ρ)ομα τριγυρνούν γύρω από την λάμπα.

Τον βλέπω ασπρόμαυρο.

Σαν φωτογραφία με χοντρό κόκκο

και έντονη αντίθεση.

Τον βλέπω πίσω από τα μάτια σου σε κάδρο.

Κάποτε ήταν έγχρωμος .

για τον Robert Frank

.Η συνέντευξη του ποιητή Γιάννη Αντιόχου στο τρίτο πρόγραμμα στον Δημήτρη Τρίκα ήταν εξωσωματική εμπειρία.

.Στις εκλογές θα ψηφίσω Tarkovsky

.Επειδή ρωτάς και ξαναρωτάς γιατί δεν μπορείς να το πιστέψεις σου ξαναλέω.Όπως λέμε νιώθω χαρά, νιώθω θλίψη,νιώθω ευάλωτος έτσι λέμε νιώθω This mortal coil,νιώθω Depeche mode ή και τραγούδια,ας πούμε νιώθω 10.15 Saturday night.

η λέξη

Που είναι ο Τζός;

Έγινε δέντρο.

Ακίνητο.

Στην πίσω αυλή.

Συνθέτει το φως,

η σκιά του στο σπίτι ουρλιαχτό.

Που είναι ο Τζός;

Έγινε δέντρο.

Τον αγαπούν τα φίδια.

Τυλίγονται πάνω του.

Ψυχρόαιμα.

Μα εκείνος αγαπάει την λέξη.

Που είναι ο Τζός;

Έγινε δέντρο.

Ξεκουράζονται λευκοί μαρμάρινοι γίγαντες στις ρίζες του.

Έγινε δέντρο.

Απλώνει τα κλαδιά του σαν ρωγμές στο τζάμι τ’ουρανού,

μόνο για ένα πουλί.

Αιμάτινα κόκκινο.

Την αυγή.

Που κάθε ασπάλαθος.

Κάθε αυγή.

νάρκη.σεισμός*

Προέκταση χεριού

φωτεινή

σκληρός φαλλός

αφής

ψηφιακή τρύπα του

όντος

δὸς ἡμῖν σήμερον

αυτό

που δε θα δώσουμε ποτέ

αύριο ή ουδέποτε ίσως

στον πλησίον.

Καθρέφτη καθρεφτάκι μου

στα πέρατα του κόσμου.

Στέμμα και σκήπτρο

στη φτώχεια μου.

*15 ρίχτερ ή πρόσεχε που πατάς

_

_

_

Έτσι όπως πάει η παρτίδα,στο τέλος δε θα μπορούμε να κοιτάξουμε δίπλα μας από την παχιά ομίχλη.Τόσο ίνσταγκραμ και φέισμπουκ είχαμε να δούμε από την χούντα.

Ο συμμαθητής Moby συμβολικά τα λέει καλύτερα

Τα τίμια χέρια σου

Κάθε σταγόνα νερό

που πέφτει

από υδροροή,

τίνγκ τίνγκ τίνγκ,

είναι ένα ήσυχο δωμάτιο

στο κέντρο του κεφαλιού μου.

Εκεί λοιπόν ζείς.

Με τον αργαλειό σου.

Φτιάχνεις τα φωνήεντα της άνοιξης,

να ανήκουν στο φθινόπωρο.

Έτσι κάθε βροχή

γίνεται υφαντό

που με τυλίγει.

αιμιλία

Μπαίνω στην λέσχη των όπλων

με το φιλί του πρωινού στα χείλη μου.

Μου δείχνουν εμφατικά να υπογράψω το τέλεσμα.

Χαμογελούν.

Πράττω κατά του δαίμονα εαυτού.

Μου δίνουν το καλύτερο όπλο τους.

Έχω βρώμικη δουλειά να κάνω.

Να σκοτώσω την εικόνα μου μέσα από τα μάτια των άλλων.

Όλα μοιάζουν μαύρο οπάλιο.

Βγαίνω στον δρόμο και βλέπω το είδωλό σου

σε ένα φύλλο που πέφτει τυχαία στο μέτωπό μου.

Κύμβαλο του Pedro Santos ή απήγανος;

Τώρα που το σκέφτομαι,

λατρεύω τις λέξεις με μόνιμο ηλιοβασίλεμα.

Και το πεζοδρόμιο ανθίζει

κάτω από την πνοή του αυτόφωτου απογέματος.

Το κρύο σίδερο σπαρταράει για δράση μέσα στην τσέπη μου.

Να μην ζει κανείς σαν πρόγευση.

Είναι η επίγευση που χαράζει νήμα

και γλυστρά όλη η βροχή πάνω του

για να μπει στο στόμα του κόσμου.

Ναι.

Σκοτώνω κάθε εαυτό που δεν μου ανήκει.


στάχτες

Στο κακόφημο τσίρκο είμαι γελωτοποιός,

αγράμματος κι’αδιάβαστος ανθρωπάκος στον έρωτα

κουρέλι αοιδός και ποιητικής απαγγέλλων σκουπίδια.

Γέλια και χλεύη υπόσχοντες στους εξώστες

οι περπατημένοι φίλοι σου,

φίλοι φίλων της τέχνης εξαμβλώματα

και γυμνασιάρχες λόγιοι αγράμματοι με λίμπιντο.

Τυρβώδης ροή των υγρών στα μάτια μου.

Κ’ εσύ στο ταμείο

φτηνά να πουλάς το εισιτήριο.

.

.

.

Καλύτερα τοίχος με ράγισμα παρά μάρμαρο κρύο.


τηλεγράφημα

Αγαπητέ Bruno.στοπ

Eίναι επιτακτική ανάγκη

για κάθε πάτημα σκανδάλης ,

να γραφτεί σαν απάντηση

ένα ποίημα.στοπ.

Για κάθε άδικο θόρυβο,

ένα άνθος στις λέξεις.στοπ.

Είμαι πλούσιος γιατί όλα μου τα μετρητά

είναι σε δάκρυα.στοπ.

Σου στέλνω ένα.στοπ.

Αντίο.νονστοπ.

.

.

.

Σ’ευχαριστώ BRUNO GANZ για τα λόγια που μου ψιθύρισες σαν άγγελος.

εξάχνωση

Όταν θα βρεθούμε τυχαία στον δρόμο

θ’αγκαλιαστούμε χωρίς ψυμίθια,

και θα πεθάνουμε επιτόπου.

Ο ένας στην αγκαλιά του άλλου

στην Τσιμισκή ή στη Βαφόπουλου.

Φως και θερμότητα.

Επιτόπου.

Ο κόσμος άλαλος θα τρέξει να βοηθήσει,να δει πως συνέβει.

Μα εμείς θα ζούμε πεθαμένοι στη διάσταση<< των άλλων>>.

Θα παίζεις κουτσό στα σύννεφα με το λιτό σου βλέμμα

κ’εγώ θα σου σφυρίζω Velvet Underground.

Οι περαστικοί κάτω θ’ακούγονται στη συμφορά και στο τι έγινε.

Εσύ θα κάνεις κούνια κάτω απ’το πλατάνι

και με το πάνε έλα θα συντονιστώ

για να σου δίνω γλυκόριζες μές το στόμα ,

απ΄το στόμα μου.

Κάτω χαμός,ασθενοφόρα και καημός.

Πως να μαζέψουν τις σπασμένες πορσελάνες.

<<Αυτό δε ξανάγινε>> θα λένε.

Ναι ,όντως δε ξανάγινε.

Νεκροί να ζούνε μ’έρωτα μετα θάνατον.

.

.

.

Κατόπιν θ’αναστηθούμε και θα πάει ο καθένας στη δουλειά του.

κουκκίδα

Κάθε φορά που σκέφτομαι τον άνεμο,

ανακατευθύνεται .

Λίγο πάνω από το κεφάλι σου.

Συνοδευόμενος με κάθε λογής κλαδιά και βοτάνια.

Σου τραγουδά ξέπνοα

σε γαλάζια ημιτόνια,

΄΄η λάσπη στα μάτια σου έγινε απ’τη δική μου βροχή΄΄.

Σέ παρακαλώ.

Απομνημόνευσε αυτή την λευκή κουκκίδα

ασώματη ερωμένη.

Κάντην ενστικτωδώς ανατολή.

Εκείνη τη στιγμή θ’αφήσω απαλά

ένα νεκρό κοκκινολαίμη

πάνω σε ένα φύλο μανόλιας,

στην άκρη μιας όχθης.

Μιάς ατόλης.

Με κάποιους βαριεστημένους αγγέλους,

που βρήκα σε αίθουσες αναμονής,

υψώνοντας σπασμένα ποτήρια στο χείλος,

θα δούμε το πετούμενο να φεύγει στον αέρα

μπροστά στον ήλιο

που μόλις έφτιαξες.

 

 

αγγελτήριο -αναγγελτήριο

Ψάχνω το τέλειο ποίημα.

Την τελευταία μου πνοή ν’αφήσω διαβάζοντάς το.

Όταν έρθει η ώρα.

Μα βρήκα τον άνθρωπο να τ’απαγγείλει.

Μα και το ποίημα.

Και θέλησα να ζήσω.

Όταν έρθει η ώρα.

Emma Ruth Rundle

ανήκεις

Σε βλέπω όταν ένα ελάφι

κλίνει για να πιει νερό στο ποτάμι.

Σε βλέπω στη μελαγχολία του σύκου,

που όψιμο πέφτει με το γάλα στο κοτσάνι.

Σε βλέπω σα βότσαλων πέτρινο ήχο,

που κροταλίζει στην εκπνοή του ξαφνικού κύματος.

Σε βλέπω σα φτερούγα ,σελίδα,σα θρόισμα

σαν Ανάφη.

Στα υψίπεδα του κόσμου,

και στις φιδιαστές πηγές των βουνών

που φλεβίζουν τα δάση.

Στα συμπαγή νερά των πράσινων μαρμάρων της Τήνου,

που κινούνται στον αρπισμό του φθινοπώρου σου.

Μα πιο πολύ σε νιώθω.

Και κάτι μέσα μου κινείται απροσδιόριστα προς το φως.

Ανήκω τελικά και εγώ στο διηνεκές.

Ζυμάρι με μαγιά τη σκέψη σου.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΝΑΥΤΕΣ

Φεγγάρι

Το σοβαρό φεγγάρι που έβλεπες γεμάτο

μην βιαστείς να το αντικαταστήσεις μ’αστέρια ,

που με αμφίβολη τάχα φλόγα σου μιλούν την ώρα που πέφτουν.

Μη λησμονήσεις την πρώτη εκείνη αχτίδα που μπήκε μέσα στα μάτια σου ,

σαν ήσουνα παιδί ενώ ήσουνα μεγάλη.

Γιατί αυτή η μεγάλη απόσταση που είχες όταν το κοίταζες,

γινόταν χτύπος μέσα στην καρδιά σου σε μιά στιγμή.

Και αυτός ο χρόνος δε μετριέται με τ’ανθρώπινα.

Και αν είναι κάτι να πεις για τη σπονδή σου,

δες στο βιβλίο που άνοιξες ,

το σίγουρο,

αυτό που καίγεται σαν έντομο γύρω απ’τη λάμπα ,

και εκεί στα σωθικά για σένα.

Και που <<όμοιό του δεν υπάρχει>> να σου λέει,

κοιτάζοντάς σε κατάματα στον καθρέφτη.


Ίταμος

Με πόσες πέτρες να φτιαχτώ για να ξεχάσω.

Μα κι άν χτιστώ,

πάλι μέσα μου θα δίνεις.

Πετρολούλουδα.

Τα βλέπεις  πίσω από ακροκέραμα

σ’εγκατειλημένα εβραίικα , του πολέμου σπίτια.

Και αυτό είναι βέβαιο.

Πως έμαθα χημεία πάνω στο σώμα σου.

Τα στοιχεία και τους πίνακες,

με τα αγώγιμα υγρά και τις ενώσεις.

Ωκύαλος μελαγχολία και γαστροραγία.

Τα κύμβαλα και τα νήματα έτσι πως μπλέξαν.

Παύση.

Απ’ όλες τις φωτογραφίες του κόσμου

η αγαπημένη,

είναι αυτή που πεισματικά δεν εμφανίζεται.

Ίταμε.

Ο έρωτας μου μεγαλύτερος απ’την ηλικία σου.

Με πόσες πέτρες να φτιαχτώ για να ξεχάσω.




Οκτώβρης

MUCHA

Υπάρχει μία αίσθηση.

Ότι σε παίρνει ο μήνας απ’ το χέρι

και νιώθεις κάτι σαν »φτάνει πια».

Μία ιχνογραφία και ένα περίπου.

Φευγάτο φως,

πλαγιασμένο σαν κορμί δίπλα σου.

Και όλες οι σκιές των επίπλων

-θα έλεγα και υπό μία γωνία-

ιδρύουν μία χώρα για να ζει κανείς ανίατος.

Υγρασία σαν δάκρυ,

που διασχίζει χιλιόμετρα σούρουπου.

Ανθοδέσμη οι μολυβιές προς τα μέσα μας.

Οκτώβρη .

Βιβλιοθήκη των ανθρώπων.

Εικόνισμα ερμαφρόδιτης που κρατά την πανσέληνο αγκαλιά,

φυλοροώντας τριγύρω το χάσιμο.

Οκτώβρη .

ΠροΡαφαηλίτη.

Μαργαριτάρι που ακούγεται,

και όσο ακούγεται λάμπει.

 

 

-Κάθε χρόνο το φθινόπωρο ,ιεροτελεστικά ,ακούω κάποιους δίσκους που με έχουν σημαδέψει στην κυρίως υπόγεια μουσική διαδρομή μου.

ΗAROLD BUDD /BRIAN ENO with DANIEL LANOIS: THE PEARL.

Ο στίχος <<Μαργαριτάρι που ακούγεται,και όσο ακούγεται λάμπει.>> οφείλεται σε αυτήν την κυκλοφορία.

R-1179674-1198750953.jpeg

Όλη η δροσιά της αλλαγής στην πλάση σε ένα αριστούργημα.Κυκλοφόρησε το 1984.

Ο δίσκος είναι μεταμόρφωση.

Δε χρειάζεται να πω κάτι για τους συντελεστές.

Απλά μου άλλαξαν το dna μου.

Late October

Συνεχίζεται….

 

Βλασταίνει

Βλασταίνει το χέρι μου σιγανά

απ’τον κορμό του ηλίανθου πλαγίως.

Και ανοίγει η παλάμη μου αργά

ψιθυρίζοντας δρόσο.

Προκάνει τ’άνθος του από ‘κεί

και όχι απ’την κορφή του.

Δάκρυνο μάτι σποριαστό

που βλέπει προς εσένα.

Καθώς οι υπόλοιποι του χωραφιού

ψάχνουν τον ήλιο.

πένθιμο

5921859-black-picture

Παρατηρώ  τη μακριά δαντελένια κουρτίνα στο παράθυρο.

Την παρατηρώ πως λύνεται στον αέρα σαν ραστώνη.

Κάποτε οιονεί ολόλευκη.

Μαύρισε.

Κουνιέται στο απομεσήμερο.

Όχι από τον ήπιο άνεμο.

Μα από τον ρόγχο των παιδιών και τα χέρια τους.

Ακίνητος μένω ,σιωπηλός

μέχρι να σαπίσουν τα φρούτα.

Να σκονιστώ απ’την απραξία.

Σκιάχτηκα.

Παρατηρώ τον ουρανό πίσω απ’το παράθυρο

πίσω απ’τις κουρτίνες.

Πελάζουν οι ομογάλακτοι που φεύγουν.

Σμάρι από αίμα και στάχτη.

Πάνω στη μοιρασιά του κόσμου

κάποιοι απόντες θά ‘ναι.

Πάλι.

Ο βρώμικος ψίθυρος τότε,

κραυγή στο τώρα για πολλούς.

Κάτι που τώρα φτιάχνεται με ναι,

μετρά νεκρούς στο μέλλον.

Γονίδια του κόσμου τούτου

που αξίζει να μισεί κανείς.

 

 

 

Δυό πράγματα να σχολιάσω.

Ένας πολύ καλός  φίλος, μου λέει από χρόνια »Φυλάξου,οι ηλίθιοι είναι ανίκητοι».Το σκέφτομαι συνέχεια.Μήπως είμαι και εγώ και δεν τό’χω πάρει χαμπάρι.Το ψάχνω ακόμη.Ελλάδα είσαι.

Στην μεγάλη πυρκαγιά της Καβάλας το 1985 ήμουν παρών.Πιτσιρικάς τότε φοβήθηκα πάρα πολύ.Είδα φλόγα στα 50 μέτρα σαν πολυκατοικία να ορθώνεται μπροστά μου.Το βράδυ εκείνο αφού βρήκαμε καταφύγιο κάπου μακριά ,βλέπαμε τη φωτιά από μακριά να τρώει γύρω γύρω την Καβάλα αλλά και να εξαπλώνεται στα γύρω βουνά .Ο σκύλος του θείου μου έβλεπε και αυτός τη φωτιά.Και έκλαιγε.Τον πήρα αγκαλιά και τον παρηγορούσα. Εκείνος έκλαιγε. Καταλάβαινε.Από τότε όταν ακούω ανθρώπους να λένε »άντε βρε ζώο» τους διορθώνω.Ήταν λυκόσκυλο.Τον έλεγαν Έκτωρ.

 

 

κυρά των εντόμων

patti

Κυβίστησης πορεία στους μίσχους

Ω κυρά των εντόμων.

Έρσα και φιλότης.

Το σώμα σου περίγραμμα πυγολαμπίδων στο σκότος.

Απερινόητα φανταχτερή και άναρχη.

Φερόμενη φερομόνη

γραμμή πορείας στο δέρμα μου.

Τη νύχτα ξάγρυπνη πάνω στα φύλλα ωρύεσαι.

Σάλιο μελίρρυτο, γινόμενο εκ μυστικού κήπου.

Το σπέρμα στις λέξεις

η ορθογραφία μικρόκοσμου,

σε υψηλή συχνότητα.

Αρμοί που τρίζουν.

Αψηφάς τη βαρύτητα,

πάνω στους τοίχους,στα ταβάνια, στις πέργκολες

το ιώδες ,το ιώδες

απόσταγμα φωτός στις αρθρώσεις σου.

Και τ’αυγά σου εντός μου εκκολάπτονται.

Ενδιάμεσος ξενιστής ωφελούμενος όντως.

Στις αποικίες προστάζεις συναίσθημα.

Ο κάματος και η γέννα

φέρει στήμονες και ανθήρες,

σέπαλα.

Η επικονίαση,

η επόμενη πτήση.

Ας είναι ,Φτερωτή.

Το δικό μου Ίλιον,

το δικό σου Μέλαθρον.

 

 

 

O κλόουν

nickcave19823

Στο κακόφημο τσίρκο κυλιέται ένας κλόουν.

Ένας αμήχανος κλόουν.

Κάθε μέρα διαπομπεύει εαυτόν.

Με αστεία ψυγείου.

Αποτυχημένες μιμήσεις.

Γελοίος και αξιοδάκρυτος.

Στη χώρα της λήθης,

η αφίσα του παντού κολλημένη.

Ανίσκιωτος στον ήλιο.

Πόσους καθρέφτες άραγε να ράγισε

για να βρει την ψυχή του.

Kαι δεν τη βρήκε.

Βρώμικα παπούτσια, μακιγιάζ της φρίκης.

Έλεος.

Τα χρώματα θαμπώνουν σαν ανοίγει το στόμα του.

Αλλά κάθε βράδυ εκεί αυτός.

Εκεί κι’εμείς.

Χλευάζουν όλοι.

Μα τι κάνουμε πάλι εδώ;

Δεν ερχόμαστε για τα ηλίθια αστεία του

ούτε για την ξεκούρδιστη μπάντα που τον συνοδεύει.

Ερχόμαστε γιατί στο τέλος κάθε τέλους

τη στιγμή  που αναφωνεί »αυτό ήτααααν»,

αν προσέξεις στο αριστερό του μάτι

στάζει μια σταγόνα.

Πέφτει σε αργή κίνηση στη γη

σκάει σα βόμβα.

Εξακτινώνεται σε χιλιάδες φωτοβέλη

πολύχρωμο μπίγκ μπάνγκ

που μας διαπερνά και μας πετρώνει.

.

.

.

Και τότε δεν έχει έλεος.

 

 

 

…γράφτηκε ενώ άκουγα το »First born is dead».

Όσο πιο πίσω στο χρόνο πας με τον Cave τόσο πιο κοφτερό το μαχαίρι.

Τα βιβλία

tomn-waits-getty-images-michale-putland

Θαρρώ με σχισμένο εξώφυλλο στις άκρες ,

είμαι βιβλίο.

Μεταχειρισμένο ,πολυκαιρισμένο.

Βιβλίο κακογραμμένο  από ατυχή ποιητή

της γενιάς του εβδομήντα.

Αδιάβαστη ουτοπία εδώ και χρόνια.

Αλμύρα και σκόνη στο ενδιάμεσο,

σελίδες που αγνοεί ο κόσμος.

Εκδόσεις Ήτα.

Από καιρό.

Στριμωγμένος σε θήκη χύμα.

Του παλαιοβιβλιοπωλείου.

Ανάμεσα σε ρομάντσα και δοκίμια

ενός άλλου κόσμου.

Πάνω μου ίχνη από ακροδάχτυλα,

το λίπος τους αφημένο.

Και τις ματιές των όποιων αναγνωστών,

αόρατα μνημεία στα φύλλα.

Μυρωδιά ρυτίνης ,ξεθυμασμένου μελανιού και μούχλας.

Ένα εβδομήνταπέντε δολάρια ή ενάμισο ευρώ

ή, ή…

Και ξάφνου σε φέρανε δίπλα μου.

Ένας μικρός οδηγός αγριολούλουδων,

τριάντα σελίδες όλο κι’όλο.

Εκδόσεις Ρότα.

Αν θες να μάθεις.

Με πολύχρωμες ζωγραφιές απ’άνθη του βουνού.

Τυπωμένο τη δεκαετία του ογδόντα.

Στα τέλη.

Και πώς τού ‘ρθε του νοικοκύρη

μας έκανε ένα.

Μας έδεσε με διάφανη ταινία.Σφιχτά.

Εσύ επάνω να μην φαίνεται η ασκήμια μου.

Στο χαρτάκι πάνω μας έγραψε

<<ΠΡΟΣΦΟΡΑ.ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ>>

Τρεισίμισι δολάρια ή τρία ευρώ.

Έτσι γίναμε το βλέμμα όλων των ναυτών του κόσμου

που κάνουν το τελευταίο τσιγάρο στην κουπαστή ,

στον πάγκο έξω στο πεζοδρόμιο,

του παλαιοβιβλιοπωλείου.

Στο Μανχάταν ή στη Ρώμη ή στη Βενιζέλου

ή ,ή…

 

 

 

 

 

γραμμένο ακούγοντας το »RAIN DOGS» και »BONE MACHINE»

του αλαφροΐσκιωτου Tom Waits.

Σε επανάληψη.

 

Στην Τ.

 

 

 

 

 

 

Κάθε δευτερόλεπτο

david mccomb.png

Κάθε δευτερόλεπτο της  μέρας μου

πλινθόχτιστη μονοκατοικία.

Με κήπο.

Σε κάθε σπίτι εκεί, ζείς εσύ.

Ιδιότυπη πόλη.

Βοστρυχώδης.

Και τα φώτα της δημοσιάς αναβοσβήνουν,

στην ανάσα σου.

Καθώς σουρουπώνει.

Εισπνοή-εκπνοή.

Εισπνοή-εκπνοή.

Εισπνοή-εκπνοή.

Μακρινό σινιάλο.

Σε μένα.

Την ώρα που ελεύθερα πίπτω από ψηλά.

Στο κέντρο σου.

 

@

 

 

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

a45e8acbefd829e5520b2507f1f75d75

Απ’ το στόμα σου βγαίνει τεντωμένη κλωστή , βαθύ μωβ οξύχαλκη.

Στο στόμα μου φτάνει

στης πόλης το άλλο γείσο,ευτροπία.

Ξύνει τσιμεντογωνίες,τοίχους

πέφτει σοβάς,στραβώνουν γλάστρες όπου ζορίζεται.

Τυλίγεται σε δέντρα-κυπαρίσσαια συνήθως-μπερδεύεται.

Μυρμήγκια περπατούν επάνω της

ισορροπούν κεντημένα πουλιά,

ενώ ένα παιδί την αρπίζει.

Άνθρωποι με ελαφίσια κεφάλια

,παλιοί συνδαιτημόνες,

ακροβατούν.

Καλπάζων άλογο πιο ‘κει

με χαίτη κύματος άκρη.

Κρεμασμένα τα πλεκτά σου πάνω της στεγνώνουν.

Στάζουν ασημόσκονη.

Οι αδερφοί Quay εξετάζουν ενδελεχώς

το φως που ωρύεται κατά μήκος της.

Ακούρδιστη μπάντα φιλαρμονεί

με το ένα μάτι στο ύψος που χάσκει

χωράφια μικρά τετράγωνα από ψηλά.

Ίλιγγος.

Και η Fellini ολόγιομη.

Και όταν της συνάντησης πάρουμε απόφαση

-σώματα που πάλλονται στις άκρες-

ρουφώντας εσύ από ‘κεί

κ’εγώ από ‘δω

λαίμαργα καταπίνουμε το νήμα.

Κάπου, κάπως στη μέση αντάμωση.

Στις οδούς π’αγάπησα.

Γουζέλη,Μαλακάση, Καρακάση και Δροσίνη.

Εσύ.

Ένα κείμενο που δε θ’άλλαζα ούτε κόμμα.

Ο  πόνος στο Ταφ,

είναι τόνος.

Σε μια άτονη λέξη.

Αγαπημένη μου.

 

 

 

ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ

ROWLAND S.HOWARD

Απ’ άκρη σ’άκρη

σε όλη την  επικράτεια της ημών αυτοκρατορίας,

διάταγμα εδόθη.

Καινούριος θεός θα τοποθετηθεί στα βάθρα.

Νέος λατρευτός.

Δημόσια κτίρια και βιβλιοθήκες θα κοσμεί.

Νέα συναισθήματα λοιπόν.

0 παλαιός θ’αποσυρθεί.

Νέες προσευχές ,νέοι ψαλμοί.

Ιερείς γλωσσομαθείς θα αναλάβουν

σε ακροστιχίδα τ’όνομά του.

Καί οι όρκοι θ’αλλάξουν.

Θα ξεκινούν  με το <<ΕΓΩ>>και το <<ΜΗΝ>>.

Σαφείς οδηγίες ανακοινώθηκαν,

εκ του σύνεγγυς λεπτομέρειες.

Από αύριο κιόλας αποκαθήλωση του μέλλοντος αμνημονεύτου.

Κρατούσε ποίημα στο δεξί χέρι

και στο άλλο άνθος πικραλίδας ,χιαστή.

Πενθεσίλεια ομορφιά.

Σε αποθήκες θα στοιβαχτεί πρόχειρα και βιαστικά,

ρωγμές θα του κάνουν στ’αγαλματένιο του σώμα.

Με λευκό νεκροσέντονο θα καλυφτεί,πτυχές της πτώσης.

Πένθιμον όλον.

Μάταια ο ιστορικός του κόσμου θα ψάχνει για το ίχνος.

Να καταγράψει το πού και πότε.

Ούτε σε περγαμηνές μήτε και σε κτερίσματα.

Ένας χλωμός και σκονισμένος συριγμός θα καρτερεί

ένα ίσως.

Θεός σε λήγουσα.

Πομφόλυγας.

Πρώην θεός.

 

Το δωμάτιο

DeWemzSXkAIs8bf

Είμαι ένα κάδρο.

Τοποθετημένο λοξά επίτηδες,

μπροστά σου.

Σ’ ένα δωμάτιο με σχισμένη ταπετσαρία.

Χωρίς συντεταγμένες και ταχυδρομικό κώδικα.

Γυμνός ανά οχτάωρο σκέψης σου.

Δηλαδή ανά δευτερόλεπτο.

Σερετονίνη του Μαγιακόφσκι.

Και χαζεύω όταν σκέφτομαι

πώς διχοτομείται το φως πάνω σου.

Ένα μουσικό κουτί παίζει Μπάχ,

και όλα τα κλίνγκ κλόνγκ,κλίνγκ κλόνγκ

είναι φωτεινά σκαλοπάτια στον αέρα

που τ’ανεβαίνω χοροπηδηχτά

ίσαμε το λαιμό σου

μέχρι τα χείλη σου.

Μην καθήσεις στο ρείθρο του ματιού μου.

Θα βρέξεις τα πόδια σου.

Θα έρθει φέτος η άνοιξη Mr Bowie;

Θα έρθει φέτος  η άνοιξη Mr Bowie;

Θα έρθει το καλοκαίρι;

Μου λες

«Έλα να σου κάνω ένα σάντουιτς με μαγιονέζα.

o χρόνος θα τεντωθεί».

Και μου χαρίζεις τις τιράντες σου.

Και άγριος ο άνεμος είναι

και ήρωες και στάχτες.

Όλο κάτι τέτοια μου λες και πέφτω στο ταβάνι μου.

«Να είσαι ψύχραιμος.

Όπως την αγαπάς,

χόρεψε ψυχοραγώντας .

Στο σεληνόφως.

Στο Παρίσι και στην Πάτμο»

Σε είδα στ’όνειρό μου τον Απρίλη.

Δε σου κρύβω ότι με σακάτεψες.

Μια ζωή με σακατεύεις.

«Μην αγοράζεις τη μουσική μου από τα εμποράκια.

Έλα θα σου δώσω τους δίσκους μου»

Έτσι μού πες.

Τα σα εκ των σων.

Θα έρθει φέτος  η άνοιξη Mr Bowie;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΥΜΟΡΦΙΑ*

 

Ανάμεσα από τα κυρτά κλαδάκια του αμπελιού

η αυγή αποκαθίσταται.

Σε μια περιοχή του κόσμου που αγωνιά

για την απόχρωση.

Σούζι.

Ο τρόπος μίας ανάσας είναι δυσεπίλυτο πρόβλημα

κάτω από καταρακτώδη βροχή.

Κάτι σαν πρόχειρο διαγώνισμα στην απλή σκέψη.

.

.

Και η προσαρμογή είναι πολλές αγκαλιές μακριά.

 

 

 

*Ευχαριστώ τη Siouxsie και τους Banshees που έφτιαξαν μια χώρα

που κατοικώ τόσα χρόνια.

Δε ντάγκερ*

Έχω ένα μικρό μαχαίρι

μέσα στο χέρι μου.

Κοφτερό.

Καλά ακονισμένο.

Ίσαμε την καρδιά μου.

Το παίζω περίτεχνα στα δάχτυλα

με τσαμπουκά

στη σκοτεινή γωνία.

Και περιμένω να φανεί η Άνοιξη

στριφτά θα της την κάτσω.

Να την λαβώσω που με τρέλανε

τόσα χρόνια πια με τη μυρωδιά της.

Και αντί σκληρός να είμαι σα χαλκός

χαζεύω σαν ηλίθιος

τα άνθη τα παιδιά της.

Και κάτι ποιητές και συγγραφείς.

Και κάτι φιλοσόφους.

Αν τύχει και περάσουνε

οίκτο δε θα τους δείξω.

Όλο στο νου μου τριγυρνούν

με κάτι φράσεις ύπουλες

σε έξι διαστάσεις.

Ορκίζομαι θα είμαι σκληρός.

Στο πένθος θα τους ρίξω.

Συνέχεια με τριβελίζουνε

από τα εφηβικά μου.

Και νάσου φτάνουνε

σιγά σιγά πέρα απ’το δρόμο.

Σα κουστωδία θλιβερή

όλοι τους με σβησμένο λύχνο.

Και ‘γώ νυμφίος βίαιος

με θάνατο στο χέρι.

Σφίγγω τα χέρια μου

μα σφίγγω και την ψυχή μου.

Μα δε μπορώ να γίνω ο φονιάς.

Την άκρη τ’ασημιού

με κόκκινο να βάψω.

Τρέμω και παραλύω.

Κ’έτσι το μικρό μαχαίρι μου

απάνω μου το στρέφω.

Και εκεί που σαλιαρίζουνε

η ανημποριά με την δειλία

μου πιάνεις τα χέρια μου απαλά

και με φιλάς στα μάτια.

Μου πέφτει το μαχαίρι μου.

Μου πέφτει και το κάστρο.

Μ’ ένα χαμόγελο μου λες

«πλέξε μου την κοτσίδα μου

στ’αφράτα μου μαλλιά μου.

Δεν είσαι ‘σύ για τέτοια μάτια μου.

Δεν είναι απ’τη μαγιά σου».

 

 

*ενεπνεύσθην εκ του ομωνύμου άσματος  των SLOWDIVE.

Φράκταλ

604x320_5118-Untitled-1

Περπατάς ξυπόλητη

με αργό βηματισμό

μέσα μου,

περπατώ ξυπόλητος

με αργό βηματισμό

μέσα σου.

Ενώ περπατάς ξυπόλητη

με αργό βηματισμό

μέσα μου,

περπατώ ξυπόλητος

με αργό βηματισμό

μέσα σου.

Επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Φράκταλ.

Κάποια στιγμή παγώνει η εικόνα.

Μου μιλάς ήσυχα στο δεξί αυτί.

»Κάθησα στον ίσκιο από το κρυφό σου κυπαρίσσι»

Ναι αλήθεια είναι.

Μακεδονίας 53.

Απέναντι, ανάμεσα στις πολυκατοικίες.

Πως γίνεται να ξέρεις;

Πως;

.

.

.

Μα σ’αγαπώ σαν παιδική ηλικία.

Ξεπαγώνει η εικόνα…

ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ

W.H.AUDEN

Μιλώ στον άνεμο.

Ψυθιριστά.

Πάνω στον λόφο.

Και μόνος  τις λέξεις μου ακούω.

Δεν είναι δικές μου.

Προέρχονται από μια γλώσσα που δεν έχει μιληθεί.

Βαρύνουσα στο ζύγι.

Πλασμένη με γαλάζιο μάρμαρο .

Δουλεμένα φωνήεντα απ’ την ηχώ μιας πόλης.

Ποτισμένη με κανόνες απ΄την γραμματική τ΄Απρίλη.

Μιλώ στον άνεμο.

Ψιθυριστά.

Πάνω στον λόφο.

Και μόνο εσύ τις φράσεις μου ακούς.

Είναι παρμένες από βιβλία δανεικά κι’αγύριστα.

Από ένα βλέμμα σαν βιβλιοθήκη.

Μού ‘ρχονται στο μυαλό από σκάλες κυλιόμενες

και μ’αλεξίπτωτα που δεν έχουν ανοίξει.

Μιλώ στον άνεμο.

Ψιθυριστά.

Πάνω στον λόφο.

Και δεν ακούω τη φωνή μου.

Γιατί μ’αρέσει να τρυπιέμαι,

με την βελόνα του πικάπ.

Τζάνκι σ’αυλάκια δίσκων,

κρατώντας ακτινογραφίες λουλουδιών

που τις ελέγχεις  με κόντρα φως απ’το φεγγάρι.

 

 

 

 

Ροπή

Στάθηκα απαλά στον τοίχο

μιας πολυκατοικίας.

Στα δεξιά έγειρε το κορμί.

Κόλησε στην κολώνα σαν απαρέμφατο.

Και κουνήθηκε.

Όλο το κτίριο κουνήθηκε.

Κατάπληκτος αναρωτήθηκα.

Μα πως;

Με την καρδιά ,μου είπα.

Άρχισα να παίζω τέτρις με τα κτίρια.

Να τα μετακινώ.

Χιαστή.Παράλληλα.

Κολούσα το ένα κτίριο με τ’άλλο.

Όχι χαοτικά.

Με απαλές κινήσεις.

Να περάσει ο ήλιος.

Νά ‘χει άπλα και αέρα.

Μπας και περάσεις.

Έτσι .

Για ένα τρεμούλιασμα στα ματοτσίνορα απ’το φως.

Για ένα «ντ»στο τέλος

κάποιας λέξης,όπως μού ‘χες πει.

Με τον ίδιο τρόπο θα είμαι

συστάδα από κολώνες ηλεκτροφωτισμού στην παραλία.

Σβηστές για τους άλλους.

Μα όταν με καμάρι παρελάσεις

από μπρός μου,

μία μία θα τις ανάβω

ντόμινο φωτός.

Θα παίζω τα κλειδιά μου στα δάχτυλα

ακολουθώντας σε ύποπτα.

Και η κλαγγή τους θά’ναι

αφρικάνικη μαρίμπα.

Γιατί έτσι ξεχνιέσαι

Και όταν ξεχνιέσαι εσύ

γίνεται ο περίπατος

πέταλο και στήμονας,

και αναμένο καντήλι

σ’άγνωστο άγιο.

μουσείο δακρύων

325c7a2c-ecc1-4b4a-ab77-8f755686a91f-1-504926887.jpg

Τα δικά σου δάκρυα,

το δικό μου πόσιμο νερό.

Το έσω νερό.

Αμόλυντη υγρασία.

Θα τα κρατήσω.

Χλωμή αγαπημένη ,πήλινη.

Θα τα κρατήσω.

Σα διάταγμα.

Θα τα φυλάξω σε μικρούς

γυάλινους κύβους.

Απλωμένα στο φως για σαράντα ημέρες,

θα τα βλέπω να κρυσταλλώνονται σε λευκό άλας, ορυκτό ρουμπίνι.

Φεγγαρόπετρα.

Με διάθλαση και ήχο στους τοίχους

της πλινθόκτιστης μοναξιάς.

Μετά θα τα εκθέσω στο μουσείο δακρύων.

Στην πτέρυγα με το γράμμα ταφ.

Κάπως έτσι θα ζήσω με βλέμμα

σε χαμηλότερη οκτάβα.

Και καθώς θα βγαίνω στη λεωφόρο

έτσι τυχαία θ’ακούσω,

μονόλογο κύμα περαστικού

«Ερημιά.Τι ερημιά.

Κι’άδικη απόσταση»

γραμμή τριάντα

1090310_a_LIFO_Cohen_1

Θεέ , ω θεέ μου

πολύς θόρυβος γύρω απ’ τ’όνομά σου.

Μα σε βρίσκω

στο πίσω μέρος ενός ντουλαπιού στην κουζίνα μου

σα σκουριασμένη βίδα

πιτσικαρισμένη από καιρό.

Σε βρίσκω στην εκτόξευση της γόπας

βίαια απ’τ’ακροδάχτυλα

να σκάει σε σπίθες στο πεζοδρόμιο.

Τρομάζει μια καλόγρια.

Καμιά φορά σε νιώθω

στην στρίφνα της φωνής

του captain Beefheart

στο »zig zag wanderer» ή

στο αγανακτισμένο φτύσιμο των εργατών

έξι παρά είκοσι

χωρίς ενσημα.

Αν θέλεις,

κράτα μου τη σκολίωση

γιατί από ‘κει μου φεύγει

η περισσή μαγκιά

που μού δωσες.

 

 

 

Τ’άτι…

andreadakis-thumb-large

Είναι η πέτρα.Μέσα.

Αλείαντη και στέρφα.

Ασήκωτη, η μαύρη πέτρα.

Κάθομαι πάνω της μα και αυτή το ίδιο.

Στο στομάχι,στο στήθος και στο έντερο.

Κάθομαι πάνω της.

Με μια θεώρηση  στα μάτια.

Πέτρα βγαλμένη από το λατομείο της γέννησης.

Μία για τον καθένα.

Καμιά φορά πως ξεγελιέμαι.

Με τσίπουρο ή με κρασί, τη βγάζω απ’τη σκέψη.

Νομίζω έτσι φθείρεται,

χαλίκι πως θα γίνει.

Μα είναι εκεί αγέραστη σα σούρουπο

που το κοιτάς μέσα από ένα μπλε ποτήρι.

Υπήρξε όμως,θυμάμαι,μια φορά.

Τη σήκωσα με τό ‘να χέρι.

Όταν στο κήπο σου μ’έβαλες.

Έτσι για λίγο έγινε ασήμαντη η ασήκωτη.

Κάθησες πάνω της κ’ έπλεκες

στέμμα από λευκά φτερά,

στην υφαντή σου γλώσσα.

Και όλα γύρω ανθίζανε σελίδες

και στα βεστιάρια της μέρας η άνοιξη γιλέκα.

Έτσι και χρώμα εσύ της άλλαξες

και όγκο

μα και βάρος.